Τέχνη του λόγου (της Νίκης Μουρτιάδου)



Τι υποτίθεται ότι πρέπει να γράψω εδώ;
Και γιατί να πρέπει να γράψω;
Τι σημαίνουν οι λέξεις που ενώνονται η μια με την άλλη για μένα;
Τι σημαίνει «τέχνη του λόγου»;
Αν αυτή με έχει κάνει αυτό που είμαι,
μήπως να μην πω καλύτερα τίποτα;
Να προτιμήσω να υπνοβατήσω άλλη μια φορά στη σιωπή;

Από μικρή μου έλεγαν: «σώπασε, θα μιλήσεις όταν πρέπει».
Και τι είναι η λέξη «πρέπει» για να την καθιερώσει κάποιος;
Ίσως τους είπαν πως η αντίσταση επιβάλλεται σε κάτι συγκεκριμένο.
 Όμως ποιος τους είπε πως θα έρθει ποτέ η κατάλληλη στιγμή γι’ αυτήν;
Γιατί όντως δεν ήρθε ποτέ.
Και δεν μιλούσα.
Ένιωθα άφωνη,
κι ας άκουγα βαθιά μέσα μου τον απόηχο μακρινών λέξεων.

Και ξεφύλλισα.
Ξεφύλλισα ένα βιβλίο.
Και με ξεφύλλισε κι αυτό.
Έγινε ο καθρέφτης μου,
φώτισε τις κρυμμένες λέξεις,
είπε λόγια που ποτέ δεν είπα,
μου έδειξε πράγματα που δεν θα μπορούσα να δω ποτέ μου
σ’ αυτόν τον άδειο από σύννεφα κόσμο.

Σε κιτρινισμένα φύλλα,
σε βιβλιοθήκες,
σε παραγράφους,
σε λέξεις βρήκα τα πάντα.
Τα πάντα για πάντα.

Απελευθέρωσα χαρές αλυσοδεμένες,
λύπες που κανείς δεν νοιάστηκε γι’ αυτές,
δαίμονες που δεν τους ήθελαν στον υποτιθέμενο παράδεισό τους.

Έφτασε όμως η στιγμή που δεν ήταν αρκετό όλο αυτό.
Κομμάτια του εαυτού μου ήταν ακόμα κρυμμένα,
ενσωματωμένα στο σκοτάδι.
Όταν μια ιστορία δεν έχει γραφτεί, πρέπει να την γράψεις εσύ.
Και έπρεπε να φτιάξω τον καθρέφτη μου,
να γράψω επιτέλους την ιστορία μου.
Η εικόνα σου στο χαρτί σε απελευθερώνει.
Δεν μπορείς να νιώσεις πιο ελεύθερος και πιο δεσμευμένος.
Γιατί σε καθηλώνει γητευτής, την ώρα που απλώνεσαι στο φως.
Κι όσο με κάνει να ξεχνάω ουρλιαχτά κι απέλπιδες κραυγές,
κι εγώ θα συνεχίσω να ζωγραφίζω στον καμβά των λέξεων
με τα δικά μου χρώματα.