Το χρώμα του νόστου (1ο σχεδίασμα)




Σε βαθύ της σκέψης πηγάδι η φωνή μου βυθίζεται.
Δεν ακούγομαι πια.
Το χρώμα του νόστου μου εξίτηλο μ' επιμέλεια σβήνω.
Να μην βρίσκω το δρόμο για πίσω 
και να μην με βρίσκει κανείς.
Οδυσσέας που κάνει το ταξίδι του πάλι και πάλι στον κύκλιο χρόνο.

Κι ωστόσο το βλέμμα της νύχτας κατέρχεται
με κοιτά ακόμη κι εδώ όπου έχω διαφύγει,
ένα κάστρο σιγής χτισμένο στιγμές πιο πέρα απ’ το άπειρο.
Το Αλέτρι ξεκινά και πάλι να οργώνει και να σπέρνει τα άστρα,
ο οίκος του μαύρου καρποφορεί εξαρχής
διάστικτος μ’ ολοφώτιστα μάτια πανθήρων.

Αυτή η στιγμή είναι το ύπατο αίνιγμα,
πώς συμβαίνει και γυρνά ο καιρός,
ενώ καινουργής,
στα μέρη όπου ήδη περπάτησε.
Όσα έρχονται έχουν επάνω τους
σφραγίδα που λάμπει με το μαύρο σημάδι όσων περάσαν.
Η ιστορία μου -το ξέρω- 
είναι ήδη χαραγμένη
πολλές φορές απ’ αρχής
στον γρανίτη του αιώνιου.