Τριάντα μία μέρες (ή Στυλιανή)


Στρωματώσεις του χρόνου σε βιβλία και τόμους,
τα χώματα σωρεύονται γύρω μου,
η ιστορία θρυμματισμένη και αμμώδης.

Κάπου, σε μίαν άκρη, 
στέκει σιωπηλή και με κοιτά εκείνη,
η κόρη του κυρού, του Μιχαήλ Ψελλού, του ύπατου των φιλοσόφων,
μνήμη κρυμμένη σ’ έναν και μοναδικό του θρήνο, η Στυλιανή.

Μοιάζει με ρόδο νιόβγαλτο μέσα από κάλυκα που μόλις ράγισε.
Χιλιάδες σήμαντρα προεξαγγελτικά χτυπά η ομορφιά στο πρόσωπό της,
ένας ναός της αθωότητας για ν' αναπαύονται άγγελοι και δαίμονες,
ένα κρυφό ταμείο απ’ όπου ανασύρονται μάτια ολόμαυρα,
χείλη πολύφωτα, χαμόγελο από κρύσταλλο, φωνή από μαργαριτάρια.
Πρόλαβε τούτη η μικρή ζωή σε χρόνια εννιά να μάθει
όσα ποτέ δεν γνώρισε ο πατέρας της, ανθρωπιά, αγάπη, ταπεινότη.

Μα ύστερα ήρθαν οι τριάντα μία μέρες.
Τόσες ήταν που έκανε η λοιμική να απλώσει τον ιστό της πάνω στο παιδικό κορμί
και φεύγοντας μαζί να πάρει σάρκα, χαμόγελο, ψυχή.
Την βλέπω να αποχωρεί ακόμη μια φορά απ’ τον κόσμο,
ωσάν ηχώ δακρύων που εξαϋλώνεται.

Θεέ μου, τι νόημα είχε τούτη η ανεκπλήρωτη ζωή;
Τι νόημα είχε που διέσχισε η φλόγα της ένα μικρό κομμάτι χρόνου
για να την παραλάβει εντέλει το αιώνια κενό ή το αιώνια πλήρες;
Θεέ μου, στ’ αλήθεια, πόσες φορές ακόμη θα δωρίσεις στον θάνατο την αθωότη;