Εκτός




Πολλοί οι θεοί και οι δαίμονες ανάμεσα στον ουρανό και τη γη.

Εκτός απ’ τον άνθρωπο τίποτε
δεν δοκίμασε το λυγμό των ονείρων ν’ ακούσει,
καθώς στάζει σε βαθιά ορύγματα της ψυχής.
Εκτός απ’ τον άνθρωπο τίποτε
δεν δοκίμασε ν' αλλάξει τον τραχύ ήχο μιας μοίρας,
καθώς εκπληρώνεται παρά τη θέλησή της.

Και το βλέμμα προσηλώνοντας σ’ εωθινή σταλαγματιά,
τραγούδι υγρό της γόνιμης νύχτας,
νιώθει διστακτικές και αδίστακτες μελλούμενες βροχές,
μαντεύει γιγάντια επερχόμενα έλατα.

Τις κορυφές του πόνου σημαδεύει με πυρσούς φωτεινούς,
τις ακροπόλεις της μνήμης στεφανώνει με μεγάλιθους σκέψεων
που φέγγουν από τον πόθο των αγαπημένων.
Έτσι για να μπορεί να βρίσκει το δρόμο του καθώς γυρνά 
απ' το ταξίδι στα φτερά στιγμών κι αιώνων περασμένων.

Το αλέτρι παίρνει και στη γη την ακάματη ζεύει τον εαυτό του,
σέρνει τα όνειρα γενεές γενεών
για κάτι πάνω απ’ αυτόν,
για ένα είδωλο στο νερό του αυλακιού
όπου κοίταξε κάποτε τον εαυτό της και θαύμασε
η ελπίδα.

Και τον ήλο του πόνου κι αν μπήγει στα χώματα
τους νεκρούς του να φέρει πίσω δεν μπορεί,
μονάχα το πνεύμα του μέλλοντος
που αγαπά να κρύβεται στα πετρώματα,
ένα πνεύμα που πετάει στη μικρή του αυλή,
ριζώνει στο χώμα της,
καρπίζει στιγμές
και χυμώνει αδιάκοπα
το αύριο.