Λευκός οιωνός.


Λευκός οιωνός.
Ο άνεμος ανήσυχος στο διαμάντι του μέσα.
Ο χρόνος για πρώτη φορά κατοικεί στο ρολόι του.
Αρχή είναι εκείνο που στο τέλος καίγεται ολότελα μέσα σου.
Ο λησμονημένος πυρσός στον κλίβανο που αναφλέγει τα όνειρα.

Πάντα απ’ τον ύπνο ξυπνούσε ο Κόσμος.
Και πάντα με τα μάτια κλειστά συστρέφει το βλέμμα του.

Λευκός οιωνός.
Ο γλάρος γυρνά στην ακτή.
Η ακτή πλησιάζει με λαχτάρα τον γλάρο.
Η θάλασσα προσπαθεί να μετρήσει  την άμμο της.
Ο χρόνος αρχίζει να μετράει τον εαυτό του.
Ο χώρος παραμένει ο εαυτός του:
ένα σημείο καρφωμένο στο τίποτα.
Εμείς παραμένουμε αυτό που δεν θα γίνουμε ποτέ.

Και το σύμπαν γυρνά από εκεί που ξεκίνησε.
Στο αίμα που θερμαίνει τις φλέβες.
Στο φως που καυτηριάζει την αμμουδιά.
Στο διαμάντι που τροχίζει το μαχαίρι.
Στο μαχαίρι που θα σκοτώσει την αιωνιότητα.
Στην πνοή αποδεσμευμένου ανέμου.
Με τα φτερά του γλάρου.
Με τον λευκό οιωνό που μόλις φάνηκε.
Από έναν ορίζοντα που ακόμη δεν υπάρχει.