Fuoco svuotato / Φωτιά κενωμένη


Fuoco svuotato 

Quando il vento si ritira,
gli alberi rivelano il loro intrinseco movimento.
Ti entrano dentro,
portando con se un’antichissima, flessibile natura.
invasione nera, una serie di ricordi,
Istanti che hai vissuto e dimenticato,
quando ancora vivevi sospeso tra mare e terra,
tra Paradiso e Inferno -   
spettri di ascendenti o discendenti archetipi.
Donna o scintilla oscura come un pensiero incompiuto,
fuoco svuotato del suo Essere ardente.

Che siano i corpi che non ha mai sfiorato
o – anche avendoli toccati – non si sono concessi al ritmo dei tuoi impulsi? 
Se ne andranno e ancora una volta cadrai nell’oblìo.
Un racconto che non trovò le parole per raccontarsi,
né pietra per incastonarsi nei secoli dei secoli.
Figure sfuggenti sospese al limite dell’istante,
potenzialità inespresse come una lacrima di dolore o di gioia,
persa nel cammino tra l’anima e la guancia,
il molteplice tronco del Tempo che nessuno ha notato scorrere.



Φωτιά κενωμένη

Όταν αποσύρεται ο άνεμος, 
τα δέντρα αποκαλύπτουν τη δική τους κίνηση.
Έρχονται μέσα σου, 
κουβαλώντας την πανάρχαια, ευλύγιστη φύση τους.
Μελανή εισβολή, μια σειρά αναμνήσεις
στιγμών που ξέχασες ότι τις είχες ζήσει,
όταν ακόμη κατοικούσες μεταξύ ύδατος και στεριάς,
μεταξύ της Εδέμ και της Κόλασης-
φάσματα ανυψούμενων ή κατερχόμενων αρχετύπων.
Γυναίκα ή σπίθα σκοτεινή σαν σκέψη ημιτελής,
φωτιά κενωμένη από το φλογερό της Είναι.

Να είναι τα σώματα που δεν άγγιξες ποτέ
ή -κι αν τα άγγιξες- που δεν παραδόθηκαν στο ρυθμό των σφυγμών σου;
Θα φύγουν και τότε πάλι θα περιπέσεις στη λήθη.
Αφήγηση που δεν βρήκε τα λόγια να ειπωθεί,
ούτε πέτρα να απολιθωθεί στους αιώνες των αιώνων.
Φευγαλέες φιγούρες στην άκρη του δευτερολέπτου αιωρούμενες,
δυνατότητες ανεκπλήρωτες σαν δάκρυ πόνου ή χαράς,
χαμένο στο δρόμο ανάμεσα στην ψυχή και το μάγουλο,
ο πολλαπλός κορμός του χρόνου που δεν τον παρατήρησε να κυλά
κανείς.